Ελληνικές δημοσιεύσεις (Συν. 33)

27 Απριλίου 2020
  • 1. Σιαλαδενώσεις– μια ασυνήθης κατηγορία παθήσεων των σιελογόνων αδένων.
  • 2. Ενδείξεις χρήσης οδοντικών εμφυτευμάτων σε μειονεκτικό οστικό υπόστρωμα.
  • 3. Πρόσθια κάτω γναθική οστεοτομία. Παρουσίαση περιπτώσεών μας.
  • 4. Μετατραυματικές οστεοτομίες των γνάθων.
  • 5. Βλεννοεπιδερμοειδές Καρκίνωμα των σιελογόνων αδένων: Αναφορά 6 περιπτώσεων.
  • 6. Ακροχορδονώδες καρκίνωμα του στόματος: Αναφορά οκτώ περιπτώσεων με χειρουργική θεραπεία.
  • 7. Αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της εφαρμοζόμενης θεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο της στοματογναθικής περιοχής.
  • 8. Τραυματική κύστη. Αναφορά τριών περιπτώσεων.
  • 9. Ηωσινόφιλο κοκκίωμα των γνάθων. Αναφορά δύο περιπτώσεων.
  • 10. Η ενδο– και εξωστοματική χρήση του μετωπιαίου κρημνού στην αποκατάσταση ελλείμματος μετά από ολική ημιδιέκπριση της άνω γνάθου, εξόρυξη του οφθαλμού και αφαίρεση τμήματος της παρειάς.
  • 11. Νεκροτομική μελέτη της παθολογίας των καρωτίδων.
  • 12. Ενδείξεις Τραχειοστομίας σε ασθενείς με γναθοχειρουργικό πρόβλημα.
  • 13. Πρωτοπαθές μελάνωμα στη στοματική κοιλότητα.
  • 14. Το κάταγμα του σπλαχνικού κρανίου στην Ελλάδα. Ανάλυση 5925 καταγμάτων μιας 15ετίας.
  • 15. Οξεία λευχαιμία με πρώιμη εντόπιση στη στοματική κοιλότητα.
  • 16. Ο προβληματισμός της εξαγωγής του δοντιού που βρίσκεται στη γραμμή του κατάγματος. Ανάλυση 119 παρόμοιων περιπτώσεων.
  • 17. Νευροίνωμα της υπερώας. Παρουσίαση μιας περίπτωσής μας.
  • 18. Εκτεταμένο Λεμφαγγείωμα του κάτω χείλους, του γενείου και της υπογνάθιας χώρας.
  • 19. Πρόσθια άνω γναθική οστεοτομία σε ασθενείς με οπίσθια νωδότητα.
  • 20. Μια νέα τεχνική ακινητοποίησης στην πρόσθια κάτω γναθική οστεοτομία.
  • 21. Εδαφοκογχικό κάταγμα (Blow–out).
  • 22. Εξωσκελετική – Εξωσωματική έλξη για την αντιμετώπιση καταγμάτων του μέσου τριτημορίου του σπλαχνικού κρανίου.
  • 23. Βασικά στοιχεία αξιολόγησης στη ριζική χειρουργική του καρκίνου της άνω γνάθου.
  • 24. Το σύνδρομο Moebius. Παρουσίαση μιας περιπτώσεως και χειρουργική διόρθωση του κάτω υπογναθισμού της.
  • 25. Οστεοσάρκωμα χονδροβλαστικού τύπου στην κάτω γνάθο.
  • 26. Κατάγματα του οφθαλμικού κόγχου.
  • 27. Το Σύνδρομο της βελονοειδούς απόφυσης.
  • 28. Αίτια και Διάγνωση των Γναθοπροσωπικών ανωμαλιών. Προεγχειρητική προετοιμασία του ασθενούς.
  • 29. Στόχοι της Ορθογναθικής Χειρουργικής.
  • 30. Η χρήση του Μείζονα Θωρακικού Μυοδερματικού Κρημνού στην αποκατάσταση ελλειμμάτων της Γναθοπροσωπικής χώρας.
  • 31. Καρκίνωμα σε πλειόμορφο αδένωμα. Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και αναφορά ενός περιστατικού.
  • 32. Το σύνδρομο των Βασικοκυτταρικών Σπίλων.
  • 33. Θεραπευτική αντιμετώπιση των καταγμάτων της κάτω γνάθου, εκτός των κονδύλων. Ενδείξεις και αντενδείξεις των κυριότερων μεθόδων.
1. Σιαλαδενώσεις– μια ασυνήθης κατηγορία παθήσεων των σιελογόνων αδένων.

Γ. ΠΑΝΤΑΖΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.

Στοματολογία 2002;59(2):83–89.

2. Ενδείξεις χρήσης οδοντικών εμφυτευμάτων σε μειονεκτικό οστικό υπόστρωμα.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Γ. ΠΑΝΤΑΖΗΣ, Σ. ΔΕΡΚΑ.

Στοματολογία 2002;59(4):189–197.

3. Πρόσθια κάτω γναθική οστεοτομία. Παρουσίαση περιπτώσεών μας.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Θ. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ, Β. ΡΑΓΚΟΣ, Γ. ΠΑΝΤΑΖΗΣ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1993;8:15–20.

Η πρόσθια κάτω οδοντοφατνιακή οστεοτομία (ΠΚΟΟ) είναι μία αρκετά συχνά χρησιμοποιούμενη τεχνική Ορθογναθικής Χειρουργικής που εφαρμόζεται στη διόρθωση του οδοντοφατνιακού κυρίως προγναθισμού χωρίς εκτεταμένο προγενειισμό, καθώς και της πρόσθιας χασμοδοντίας μικρού βαθμού.

Η κλασσική επέμβαση του Kole (1959) έχει υποστεί αρκετές τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την εγχειρητική, τις ενδείξεις και τη διατήρηση του αποτελέσματος.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της τεχνικής που χρησιμοποιούμε στην Πανεπιστημιακή Κλινική Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός είναι η διενέργεια της οστεοτομίας μέχρι το γλωσσικό περιόστεο, με ή χωρίς αφαίρεση του πρώτου προγομφίου και οπισθοπρόσθια οριζόντια ακινητοποίηση. Για την κάθετη ακινητοποίηση χρησιμοποιούμε ίδια τεχνική καθήλωσης του κολοβώματος με συρμάτινη ανάρτηση μέσω της γενειακής σύμφυσης στο προστομιακό τόξο (Μάρτης κ.σ. 1988).

Παρουσιάζονται σ’ αυτή την εργασία περιπτώσεις ασθενών στους οποίους έγινε ΠΚΟΟ, εκτίθενται τα εγχειρητικά στάδια και συζητούνται τα αποτελέσματα και επιπλοκές τους.

4. Μετατραυματικές οστεοτομίες των γνάθων.

Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, E. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.

Ελληνικά Στοματολογικά Χρονικά 1993;37:35–45.

Από αρκετά ήδη χρόνια οι οστεοτομίες των γνάθων και του προσώπου γενικώτερα έχουν διευρύνει τις δυνατότητες που διαθέτει ο ειδικός για τη διόρθωση των δυσμορφιών ενός ατόμου και που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι συγγενείς. Οι οστεοτομίες των γνάθων αποτελούν επίσης από ετών πλέον επεμβάσεις ρουτίνας και στη χώρα μας. Ακολουθούν συνήθως συγκεκριμένες γραμμές σχεδίασης που άλλοτε στηρίζονται σε γραμμές κατάγματος και άλλοτε είναι σχεδιασμένες από την αρχή.

Με τη ραγδαία εξέλιξη των τροχαίων ατυχημάτων ωστόσο, αυξήθηκε και ο αριθμός περιπτώσεων που έχουν ανάγκη διορθωτικής οστεοτομίας είτε διότι η αρχική αντιμετώπιση καθυστερούσε λόγω ιατρικών προβλημάτων, είτε διότι η μετακίνηση του αρρώστου σε ειδικό Κέντρο δεν έγινε έγκαιρα για διαφόρους λόγους, είτε γιατί η γενική κατάσταση του αρρώστου δεν επέτρεψε την αντιμετώπιση των καταγμάτων του σπλαχνικού κρανίου στον κατάλληλο χρόνο είτε, γιατί το αρχικό αποτέλεσμα αφήνει περιθώριο παραπέρα βελτίωσης.

Παρουσιάζουμε μερικά από τα περιστατικά αυτά που συνεχώς αυξάνονται, καθώς αυξάνουν και τα τροχαία ατυχήματα και τον τρόπο αντιμετώπισής τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν οι γραμμές των καταγμάτων για τις οστεοτομίες, ενώ άλλοτε οι οστεοτομίες έγιναν ανεξάρτητα από την προύπαρξη κατάγματος.

5. Βλεννοεπιδερμοειδές Καρκίνωμα των σιελογόνων αδένων: Αναφορά 6 περιπτώσεων.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Θ. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ, Ι. ΙΑΤΡΟΥ, Δ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Σ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1993;8:37–45.

Ο βλεννοεπιδερμοειδής όγκος ή καρκίνωμα είναι ένα νεόπλασμα το οποίο προέρχεται από σιελογόνο αδένα και αντιπροσωπεύει το 15% όλων των όγκων των σιελογόνων αδένων και των γνάθων.

Η βλάβη εμφανίζεται σε όλες τις ηλικίες, αλλά συνήθως μεταξύ 50 έως 70 με μία ελαφριά προτίμηση στις γυναίκες. Προσβάλει τους μείζονες, όπως και τους ελάσσονες σιελογόνους αδένες και οι θέσεις που προτιμά ενδοστοματικά είναι η υπερώα, η οπισθογόμφια περιοχή, η φατνιακή ακρολοφία, το χείλος, η γλώσσα και το έδαφος του στόματος. Η παρωτίδα είναι ο πιο συχνά προσβαλόμενος σιελογόνος αδένας.

Κλινικά η βλάβη παρουσιάζεται σαν μία ανώδυνη διόγκωση. Τα ελάχιστα διαφοροποιημένα νεοπλάσματα έχουν μία πιο ανησυχητική πορεία. Ιστολογικά το βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα αποτελείται από βλεννώδη, ακανθωτά διάμεσα και CLEAR κύτταρα σε διάφορες αναλογίες. Ταξινομείται σε χαμηλού ή υψηλού βαθμού, σύμφωνα με τον βαθμό διαφοροποίησης, την υπεροχή των βλεννωδών κυττάρων σε σχεση με τους άλλους τύπους καθώς και με τον τύπο της διήθησης. Η ταξινόμηση του νεοπλάσματος είναι ένας σημαντικός προγνωστικός παράγοντας. Παρουσιάζεται μια σειρά ασθενών με βλεννοεπιδερμοειδείς όγκους οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά μεταξύ 1986–1991 και εκτιμούνται οι θεραπευτικές δυνατότητες σε σχέση με την πορεία της νόσου.

6. Ακροχορδονώδες καρκίνωμα του στόματος: Αναφορά οκτώ περιπτώσεων με χειρουργική θεραπεία.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Θ. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ, Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Λ. ΓΚΙΓΚΟΝΤΗΣ, M. MAΘΙΟΥΔΑΚΗ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1993;8:77–86.

Το ακροχορδονώδες καρκίνωμα είναι μορφή ακανθοκυτταρικού και περιγράφθηκε σαν ξεχωριστή μορφή του, διότι είναι πάντα εξωφυτικό, επεκτείνεται επιφανειακά και δεν είναι επιθετικό.

Συνήθως εμφανίζεται στις ηλικίες μεταξύ 50 και 80 ετών με κάποια υπεροχή στους άνδρες. Οι περισσότερες απόψεις συγκλίνουν στο συσχετισμό του ακροχορδο–νώδους καρκινώματος με τη χρήση καπνού και επίσης στο ότι σε μεγάλο ποσοστό οι ασθενείς που παρουσιάζουν παρόμοια αλλοίωση συχνά φέρουν οδοντοστοιχίες με κακή εφαρμογή.

Κλινικά η βλάβη είναι εξωφυτική μάζα με ελκωτική επιφάνεια, λευκωπή ή ερυθρή, ελαστικής σύστασης και μπορεί να σχετίζεται και με λευκοπλακία του παρακείμενου βλεννογόνου. Οι συχνότερες εντοπίσεις είναι κατά σειρά: παρειά, φατνιακή ακρολοφία κάτω γνάθου, γλώσσα, φατνιακή ακρολοφία άνω γνάθου και έδαφος στόματος.

Η ιστολογική εικόνα χαρακτηρίζεται απο υπερπλασία του επιθηλίου με υπερκερατίνωση και υπερπαρακερατίνωση. Η φλεγμονώδης διήθηση και επιμόλυνση με Candida είναι συνήθης και φτάνει στο 1/3 των περιπτώσεων. Δεδομένης της δυσχέρειας στο να τεθεί οριστική διάγνωση είναι σημαντική η λήψη περισσότερων του ενός ιστοτεμαχίων επαρκούς μεγέθους από την περιφέρεια της βλάβης.

Επειδή το ακροχορδονώδες καρκίνωμα σπάνια δίνει μεταστάσεις δε χρειάζεται σε αρχική φάση τουλάχιστον επέκταση της επέμβασης μας στον τράχηλο. Η εγχειρητική πράξη επομένως είναι απλή και συνίσταται στην τοπική εκτομή της βλάβης σε υγιή όρια. Ως εκ τούτου αποτελεί μια από τις περιπτώσεις εκείνες του καρκίνου που η ριζική χειρουργική του αντιμετώπιση μπορεί να γίνει με τοπική αναισθησία ακόμη και σε συνθήκες ιατρείου. Επομένως είναι σκόπιμη η ευαισθητοποίηση του γενικού οδοντιάτρου σε βλάβες του είδους αυτού, ώστε έχοντας αυξημένο δείκτη υποψίας να τεθεί με βιοψία η διάγνωση και να γίνει η επέμβαση σύντομα, προτού η αλλοίωση αποκτήσει σοβαρότερες διαστάσεις. Στην τελευταία περίπτωση αλλάζει τελείως το θεραπευτικό μας σχήμα, επειδή ακριβώς η πιθανότητα επέκτασης του όγκου στους επιχώριους λεμφαδένες είναι σαφώς μεγαλύτερη. Ετσι η επέμβαση θα πρέπει να περιλάβει και τον τράχηλο, οπότε βέβαια και η πρόγνωση γίνεται σοβαρώτερη.

7. Αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της εφαρμοζόμενης θεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο της στοματογναθικής περιοχής.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Σ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ι. ΙΑΤΡΟΥ, Β.ΡΑΓΚΟΣ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1993;8:93–99.

Κατά τη χρονική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1986 μέχρι την 1η Ιουλίου 1989 εισήχθηκαν στην Κλινική μας 869 ασθενείς, εκ των οποίων οι 130 έπασχαν από καρκίνο της στοματογναθικής περιοχής. Απ’ αυτούς χειρουργήθηκαν οι 108.

Η συχνότερη εντόπιση των διαφόρων καρκινικών βλαβών ήταν στην εδαφογλωσσική περιοχή (38 ασθενείς, ποσοστό 29,2%) και στην κάτω γνάθο (κύρια βλάβες του βλεννογόνου της φατνιακής ακρολοφίας) (28 ασθενείς, ποσοστό 21,5%).

Ιστοπαθολογικά κυριαρχούσε το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, συχνότερα το μέσης και χαμηλής διαφοροποίησης.

Στην εργασία αυτή γίνεται αξιολόγηση του σταδίου εξέλιξης της νόσου των ασθενών αυτών κατά την ημέρα της εισαγωγής τους στο νοσοκομείο και γίνεται προσπάθεια εξεύρεσης σχέσης της εντόπισης και της ιστολογικής διαφοροποίησης του όγκου σε συνάρτηση με το εφαρμοζόμενο θεραπευτικό σχήμα. Παρατίθενται τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την παρακολούθηση ανά μήνα των ασθενών αυτών και ακολουθεί ευρεία συζήτηση.

8. Τραυματική κύστη. Αναφορά τριών περιπτώσεων.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Θ. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ, Β. ΡΑΓΚΟΣ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1992;7:109–114.

Η τραυματική κύστη γίνεται συνήθως αντιληπτή σαν ασυμπτωματική βλάβη της κάτω γνάθου και δεν επηρεάζει τη ζωτικότητα των γειτονικών της δοντιών. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία μιας συνήθως άδειας οστικής κοιλότητας που ανακαλύπτεται τυχαία στον ακτινογραφικό έλεγχο.

Η ακτινογραφική εικόνα είναι μιας μονόχωρης διαυγαστικής περιοχής με σαφή όρια και χαρακτηριστικό “αχιβαδοειδές” περίγραμμα, που εισχωρεί ανάμεσα στα δόντια, τα οποία όμως διατηρούν ζωντανό τον πολφό τους.

Με την ιστολογική εξέταση, όταν υπάρχει περιεχόμενο, παρατηρούνται οργανωμένα πήγματα ινωδογόνου και ορώδες υγρό.

Η αντιμετώπιση είναι χειρουργική και συνίσταται σε διάνοιξη της κοιλότητας και απόξεση των οστικών τοιχωμάτων, ώστε το κενό να γεμίσει με αίμα. Η σύγκλειση γίνεται κατά 1ο σκοπό και η αποκατάσταση της οστικής αποκατάστασης είναι ακτινογραφικά εμφανής σε διάστημα 2–3 μηνών.

Η χειρουργική αντιμετώπιση θεωρείται κατά τη γνώμη μας απαραίτητη, παρ’ όλο που έχει διατυπωθεί η άποψη ότι επέρχεται αυτόματη ίαση της βλάβης μετά την 3η δεκαετία, διότι μόνο με αυτή και με την ιστολογική εξέταση μπορεί να επισφραγισθεί η κλινική υποψία για την τελική διάγνωση.

Οι τραυματικές κύστεις σύμφωνα με τις επικρατέστερες βιβλιογραφικές απόψεις:

1. Δεν έχουν προτίμηση στο φύλο.

2. Διαγιγνώσκονται συνήθως μεταξύ 15 και 25 ετών.

3. Σε ποσοστό 25% εντοπίζονται στην πρόσθια περιοχή της κάτω γνάθου.

4. Η παθογένεια και ο τυχόν συσχετισμός τους με προηγούμενο τραύμα δεν έχει αποδειχθεί.

5. Πολλαπλή εντόπιση τραυματικών κύστεων είναι πολύ σπάνια.

Στη μελέτη της σχετικά σπάνιας (έχουν δημοσιευθεί διεθνώς απ’ ότι γνωρίζουμε γύρω στις 200 πειπτώσεις) ξεχωριστής αυτής νοσολογικής οντότητας, προσθέτουμε την εμπειρία μας με την παρουσίαση και των δικών μας περιπτώσεων.

9. Ηωσινόφιλο κοκκίωμα των γνάθων. Αναφορά δύο περιπτώσεων.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Θ. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ, Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ, Μ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Α. ΠΑΝΤΕΛΙΔΑΚΗ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1992;7:119–124.

Το Ηωσινόφιλο κοκκίωμα αποτελεί την καλοηθέστερη μορφή της ιστιοκύττωσης Χ με συνηθέστερη στοματική εκδήλωση, την κινητικότητα και την απώλεια δοντιών. Η έγκαιρη διάγνωση στηρίζεται στη σωστή οδοντιατρική εξέταση και την ιστολογική έρευνα της ύποπτης περιοχής, που χαρακτηρίζεται από επέκταση των ιστιοκυττάρων και την παρουσία των χαρακτηριστικών κυττάρων Langerhans. Με την ευκαιρία της αντιμετώπισης 2 περιπτώσεων Ηωσινόφιλου κοκκιώματος στη Γναθοχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών παρουσιάζεται η θεραπευτική προσέγγιση και συζητούνται οι προτεινόμενες στη βιβλιογραφία μέθοδοι αντιμετώπισης.

10. Η ενδο– και εξωστοματική χρήση του μετωπιαίου κρημνού στην αποκατάσταση ελλείμματος μετά από ολική ημιδιέκπριση της άνω γνάθου, εξόρυξη του οφθαλμού και αφαίρεση τμήματος της παρειάς.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, Β. ΡΑΓΚΟΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1992;7:97–101.

Βασικός στόχος της χειρουργικής του καρκίνου είναι η επί υγιούς βάσεως αφαίρεση του νεοπλάσματος. Στις περιπτώσεις που ο καρκίνος του ιγμορείου διηθεί το κάτω τοίχωμα του οφθαλμικού κόγχου απαιτείται πέρα από την ολική ημιδιέκπριση της άνω γνάθου και η σύγχρονη εξόρυξη του σύστοιχου οφθαλμού.

Κύριο μέλημα είναι η κάλυψη του χάσματος που έχει δημιουργηθεί. Η χρησιμοποίηση του μετωπιαίου κρημνού στην αποκατάσταση ελλειμμάτων του προσώπου έχει σημαντική εφαρμογή, διότι παρουσιάζει σαφή πλεονεκτήματα, όπως πλούσια αιμάτωση, ικανό μεγέθος, εξαίρετη απόχρωση, ευχερής λήψης και τοποθέτησής του.

Στην εργασία αυτή παρουσιάζουμε περίπτωση αποκατάστασης ελλείμματος δέρματος του προσώπου αντίστοιχα στον κυνικό βόθρο μέχρι την πλάγια ρινική χώρα εξωστοματικά και την επικάλυψη της οροφής του κόγχου ενδοστοματικά, με τη χρησιμοποίηση μετωπιαίου κρημνού. Το έλλειμμα αυτό είχε δημιουργηθεί μετά από ολική ημιδιέκπριση της άνω γνάθου και εξόρυξη του σύστοιχου οφθαλμού, λόγω καρκίνου του ιγμορείου.

11. Νεκροτομική μελέτη της παθολογίας των καρωτίδων.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ

Διδακτορική Διατριβή στην Ιατρική, Αθήνα 1992.

Εγινε ευρεία ερευνητική εργασία σε νεκροτομικό υλικό με σκοπό τη διερεύνηση της παθολογίας των καρωτίδων. Η εργασία αυτή αποτελείται από γενικό μέρος που χωρίζεται σε τρία κεφάλαια και ειδικό μέρος στο οπίο παρουσιάζεται το υλικό και η μέθοδος, γίνεται στατιστική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και ακολουθεί συζήτηση. Η όλη αυτή εργασία αποτελείται απο 140 δακτυλογραφημένες σελίδες και εμπεριέχει γύρω στις 700 βιβλιογραφικές παραπομπές.

Το έναυσμα γι αυτό δόθηκε από την παρατήρηση ότι διάφοροι κρημνοί που αιματώνονται από την έξω καρωτίδα και παρασκευάζονται για να καλύψουν ελλείμματα που δημιουργούνται από την αφαίρεση εκτεταμένων όγκων της στοματογναθοπροσωπικής περιοχής εμφάνιζαν ισχαιμία, που ήταν δύσκολο να ερμηνευθεί. Η παρατήρηση αυτή μας οδήγησε να ερευνήσουμε τυχόν αίτια, πιθανής διαταραχής της αιμάτωσης των κρημνών αυτών, που είχαν σχέση με τη γενικότερη παθολογία των καρωτίδων.

Πέρα απ’ αυτό όμως η καρωτίδα αποτελεί το ιερό χειρουργικό όριο των εκτεταμένων επεμβάσεων της γναθοχειρουργικής και επομένως η βαθειά γνώση όλων των στοιχείων που την αφορούν θεωρήθηκε ιδιαίτερα εποικοδομητική.

Από την άλλη πλευρά κακοήθεις όγκοι της ίδιας περιοχής με λεμφαδενίτιδα στην πλάγια τραχηλική χώρα μπορεί να εγκλωβίζουν τον αυλό της καρωτίδας στη μάζα τους και έτσι η προσπέλασή τους γίνεται προβληματική, μέχρι του σημείου που μπορεί να θεωρηθούν ως ανεγχείρητοι. Πολλές φορές τίθεται η λύση της αντικατάστασης της κοινής καρωτίδας με κάποιο μόσχευμα και μας είχαν απασχολήσει οι επιπτώσεις αυτής της επέμβασης στη γενικότερη πορεία των ασθενών μας.

Ολοι αυτοί οι προβληματισμοί που αφορούν την ειδικότητα της Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής, μαζί βέβαια με τις γνωστές επιπτώσεις της παθολογικής καρωτίδας στην εγκεφαλική παροχή, μας ώθησαν να μελετήσουμε την παθολογία της καρωτίδας σε τυχαίο δείγμα του ελληνικού πληθυσμού.

12. Ενδείξεις Τραχειοστομίας σε ασθενείς με γναθοχειρουργικό πρόβλημα.

N. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, E. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Φ.Ι ΩΑΝΝΙΔΟΥ, Θ. ΣΕΜΕΡTZΙΔΗΣ, K. MΑΡΤΗ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1990;5:49–52.

Σε ασθενείς με γναθοπροσωπικές βλάβες, είναι δυνατόν να γίνει τραχειοστομία τόσο σε επείγουσα μορφή, όσο και προγραμματισμένα.

Η επείγουσα τραχειοστομία δεν είναι συχνή και γίνεται συνήθως σε περιπτώσεις ασθενών που παρουσιάζουν αιφνίδια προβλήματα αναπνευστικής δυσλειτουργίας.

Η προγραμματισμένη τραχειοστομία, πιο συχνή απ’ ότι η επείγουσα, γίνεται συνήθως σε ασθενείς με γναθοπροσωπικές διαταραχές όταν αναμένεται να αναπτυχθούν μετεγχειρητικά προβλήματα, είτε όταν διευκολύνεται η χορήγηση γενικής αναισθησίας. Η προγραμματισμένη τραχειοστομία γίνεται επίσης σε ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα, όταν μετεγχειρητικά θα πρέπει να εισαχθούν σε αναπνευστήρα.

Στην εργασία μας αναφέρονται οι ενδείξεις εκτέλεσης τραχειοστομίας σε γναθοχειρουργικούς ασθενείς και παρουσιάζεται η εμπειρία μας.

13. Πρωτοπαθές μελάνωμα στη στοματική κοιλότητα.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Ι. ΙΑΤΡΟΥ, B. ΡΑΓΚΟΣ, Κ. ΠΕΤΡΑΚΗ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1989;4:31–36.

Το μελάνωμα το οποίο είναι το κακοηθέστερο νεόπλασμα του δέρματος απαντάται σπάνια στο βλεννογόνο της στοματικής κοιλότητας, όπου συχνότερα προσβάλλεται ο βλεννογόνος της άνω γνάθου και ακολουθούν με μικρότερη συχνότητα ο βλεννογόνος της κάτω γνάθου και της παρειάς, το άνω χείλος και τo κάτω χείλος.

Ιδιαίτερη προτίμηση έχει το μελάνωμα σε άτομα 60–70 ετών με ελαφρά μεγαλύτερη συχνότητα σε άνδρες, αν και άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ίδια συχνότητα σε άνδρες και γυναίκες.

Το μελάνωμα ιστολογικά προέρχεται από το μελανοκύτταρα ή από τα σπιλοκύτταρα τα οποία έχουν υποστεί κακοήθη εξαλλαγή.

Κλινικά εμφανίζεται συνήθως σαν μια μελαχρωματική κηλίδα ή σαν μικρό ανώμαλο ογκίδιο το οποίο αυξάνει γρήγορα και μπορεί να εμφανίζει βελτίωση ή αιμορραγία. Η κάκιστη πρόγνωσή του οφείλεται στο γεγονός ότι πρωιμότατα χορηγεί μεταστάσεις τόσο με τη λεμφική (επιχώροι λεμφαδένες), όσο και με την αιματική οδό (απομακρυσμένα όργανα, ήπαρ, πνεύμονες, οστά).

Η θεραπευτική αντιμετώπιση του όγκου στα πρώιμα στάδια είναι χειρουργική.

Συνιστάται αφαίρεση σε ευρεία υγιή βάση και γαγγλιακός καθαρισμός (υπερυοειδής ή ριζική τραχηλική εκσκαφή).

Σε ανεγχείρητες περιπτώσεις (τεράστια έκταση της βλάβης, βαριά γενική κατάσταση) εφαρμόζεται χημειοθεραπεία, ενώ οι Eilber και συν. 1976 ανέφεραν μείωση του όγκου μετά ένεση σ’ αυτόν εμβολίου B.C.G. Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης είναι περίπου 5–6%.

Στην εργασία μας αυτή παρουσιάζουμε δύο περιπτώσεις ασθενών με μελάνωμα της στοματικής κοιλότητας.

Στην πρώτη περίπτωση έγινε χειρουργική αφαίρεση μελανώματος της υπερώας με ημιδιέκπριση της άνω γνάθου και ενδοστοματική προσπέλαση.

Στη δεύτερη περίπτωση έγινε ημιδιέκπριση της άνω γνάθου με τομή Weber– Dieffenbach, τοποθέτηση κροταφικού κρημνού για σύγκλειση του ελλείμματος, αφού προηγήθηκε ριζικός λεμφογαγγλιακός καθαρισμός του τραχήλου.

Συζητείται ο προβληματισμός της αντιμετώπισης των ασθενών αυτών και η σχετική εμπειρία, όπως και τα συμπεράσματά μας μαζί με λεπτομερή διερεύνηση της διεθνούς βιβλιογραφίας.

14. Το κάταγμα του σπλαχνικού κρανίου στην Ελλάδα. Ανάλυση 5925 καταγμάτων μιας 15ετίας.

N. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, E. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.

Ιατρικά Χρονικά 1989;9(ΙΒ):783–788.

15. Οξεία λευχαιμία με πρώιμη εντόπιση στη στοματική κοιλότητα.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Ν. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, Ι. ΙΑΤΡΟΥ, Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;2:69–72.

Οπως είναι γνωστό διάφορες συστηματικές κλινικές οντότητες παρουσιάζουν και στοματικές εκδηλώσεις. Ανάμεσα σ’ αυτές η λευχαιμία, όχι σπάνια, εμφανίζει δευτεροπαθείς αλλοιώσεις στο στόμα και κυρίως η μονοκυτταρική μορφή της. Μερικές φορές μάλιστα οι εκδηλώσεις από το στόμα αποτελούν το πρώτο σύμπτωμα της νόσου.

Στην εργασία μας παρουσιάζεται μια περίπτωση ασθενούς που νοσηλεύτηκε στη Γναθοπροσωπική Χειρουργική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών με άτυπη αρχικά κλινικά και εργαστηριακά εικόνα στην οποία συνυπήρχε ενδοστοματική διόγκωση στην φατνιακή υπολειματική ακρολοφία της κάτω γνάθου αριστερά.

Η πρώτη βιοψία από την περιοχή της βλάβης χαρακτήρισε την αλλοίωση σαν άτυπη λεμφουπερπλαστική εξεργασία ή σαν Non–Hodgkin λέμφωμα, τελικά όμως μια δεύτερη ιστολογική εξέταση σε συνδυασμό με ευρήματα από το περιφερικό αίμα έδωσε την τελική διάγνωση της μυελομονοκυτταρικής λευχαιμίας.

Η ιδιομορφία της δικής μας περίπτωσης εντοπίζεται στο ότι η αρχική εξέταση περιφερικού αίματος δεν ήταν αποδεικτική της γενικής καταστάσεως του ασθενούς, ενώ βέβαια προϋπήρχε η ενδοστοματική βλάβη. Από την άλλη πλευρά το ιστορικό του ασθενούς σχετιζόταν με προηγούμενες εξαγωγές δοντιών στην περιοχή της βλάβης (υποψία δημιουργίας οστεομυελίτιδας) και μόνο κατά το τελικό στάδιο της πορείας του ασθενούς συνέπεσε το αποτέλεσμα της δεύτερης βιοψίας με τη σαφή παθολογική εικόνα απο το αίμα του ασθενούς, παθογνωμονική για μυελομονο–κυτταρική λευχαιμία.

Το γεγονός ότι η μόνη πρωταρχική εκδήλωση του ασθενούς ήταν εντοπισμένη στο στόμα, μας αναγκάζει να υποπτευόμαστε έντονα και να συμπεριλαμβάνουμε τη λευχαιμία στη διαφορική διάγνωση των διαφόρων ενδοστοματικών αλλοιώσεων.

16. Ο προβληματισμός της εξαγωγής του δοντιού που βρίσκεται στη γραμμή του κατάγματος. Ανάλυση 119 παρόμοιων περιπτώσεων.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Θ. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ, Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, Ε. ΚΟΝΣΟΛΑΚΗ, Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;3:101–106.

Η ύπαρξη δοντιού στην γραμμή του κατάγματος αποτελεί οπωσδήποτε σοβαρό θεραπευτικό πρόβλημα. Το γεγονός ότι κάθε κάταγμα της γνάθου σε ενόδοντη περιοχή θεωρείται επιμολυσμένο, διότι έρχεται σε άμεση επαφή με το περιβάλλον του στόματος που είναι πλούσιο μικροβίων, εμπλέκει ακόμα περισσότερο το θέμα.

Σ’ αυτό βέβαια αποδίδεται η άποψη ότι γενικά δόντια που βρίσκονται στη γραμμή του κατάγματος πρέπει να αφαιρούνται, με σκοπό βέβαια την ταχύτερη και ανεπίπλεκτη πώρωση.

Στην εργασία αυτή μελετήθηκαν 119 περιπτώσεις καταγμάτων των γνάθων όπου κάποιο δόντι ήταν στη γραμμή του κατάγματος και ταξινομήθηκαν ανάλογα προς την ακριβή εντόπιση του κατάγματος, το είδος του, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον τραυματισμό του ασθενούς μέχρι την αρχική του αντιμετώπιση (τοποθέτηση προστομιακών τόξων και διαγναθική ακινητοποίηση) ή ακόμη και μέχρι την χειρουργική του, εάν απαιτήθηκε, αποκατάσταση σε σχέση πάντα με την διατήρηση ή όχι του δοντιού και την πορεία της πώρωσης. Μετά την λεπτομερή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μας καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δόντια που βρίσκονται ή εφάπτονται της γραμμής του κατάγματος σπάνια δημιουργούν κάποια επιπλοκή (επιμόλυνση, απόστημα ή καθυστερημένη πώρωση).

17. Νευροίνωμα της υπερώας. Παρουσίαση μιας περίπτωσής μας.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Β. ΡΑΓΚΟΣ, Ν. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;3:147–151.

Το νευροίνωμα είναι σπάνιος σχετικά καλοήθης όγκος της στοματικής κοιλότητας με κύρια εντόπιση τη γλώσσα, τα χείλη και το βλεννογόνο της σκληρής υπερώας.

Εμφανίζεται κύρια κατά την παιδική ηλικία και συνηθέστερα αναπτύσσεται με αργό ρυθμό και ασυμπτωματικά. Το ενδεχόμενο της σαρκωματώδους εξαλλαγής του επιβάλλει τη ριζική χειρουργική του εξαίρεση, προκειμένου βέβαια για τη μονήρη μορφή της νόσου.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της γενικευμένης μορφής θα γίνει συντηρητικά.

Στη περίπτωση μας αντιμετωπίσαμε νευροίνωμα υπερώας με χειρουργική ριζική εκτομή και άμεση τοποθέτηση μισχωτού κρημνού από το σύστοιχο ημιμόριο της γλώσσας με άριστα αποτελέσματα.

18. Εκτεταμένο Λεμφαγγείωμα του κάτω χείλους, του γενείου και της υπογνάθιας χώρας.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Ν. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;3:157–160.

Το λεμφαγγείωμα είναι δυσπλασία ή κατά άλλους καλοήθης όγκος του λεμφαγγειακού ιστού και αποτελεί σπάνια βλάβη της στοματογναθικής περιοχής. Στην στοματική κοιλότητα μπορεί να αναπτυχθεί οπουδήποτε, συχνότερα όμως στη γλώσσα και κύρια στα δύο πρόσθια τριτημόρια της ραχιαίας επιφάνειάς της. Η κλινική εμφάνιση της βλάβης εξαρτάται από το βάθος εντοπίσεώς της. Η διάγνωση γίνεται συνήθως κατά τη γέννηση, ίσως όμως και αργότερα κατά το δεύτερο έτος της ζωής, οπότε μπορεί να υπάρχουν εκτός από τα αισθητικά προβλήματα και λειτουργικά (μακρογλωσσία – χασμοδοντία – αναπνευστική δυσχέρεια).

Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται η περίπτωση ασθενούς άρρενος 11 ετών με εκτεταμένο λεμφαγγείωμα που κάλυπτε ολόκληρο το δεξιό ημιμόριο του κάτω χείλους και τη σύστοιχη υπογνάθια και υπογενείδια χώρα. Προηγούμενες επεμβάσεις δεν είχαν αποδώσει. Ο ασθενής χειρουργήθηκε δύο φορές, έγινε σταδιακή εκτομή της βλάβης πρώτα από το χείλος και σε δεύτερη φάση από την υπογνάθια χώρα και τα αποτελέσματα μας τέσσερα χρόνια μετά κρίνονται ιδιαίτερα ικανοποιητικά.

19. Πρόσθια άνω γναθική οστεοτομία σε ασθενείς με οπίσθια νωδότητα.

XΡ. ΜΑΡΤΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Κ. ΜΑΡΤΗ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;3:85–88.

Παρουσιάζονται περιπτώσεις άνω προφατνισμού σε ασθενείς με οπίσθια νωδότητα.

Οι επεμβάσεις για διόρθωση παρόμοιων περιπτώσεων αποτελούν προβληματική χειρουργική πράξη λόγω της αδυναμίας ορθής oπίσθιας στήριξης για ασφαλή ακινητοποίηση. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού χρησιμοποιούνται ή οι μερικές οδοντοστοιχίες του ασθενή ή ακρυλικοί νάρθηκες τύπου Gunning, με περιζυγωματική ανάρτηση και έμμεση οριζόντια στήριξη.

20. Μια νέα τεχνική ακινητοποίησης στην πρόσθια κάτω γναθική οστεοτομία.

ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ, Κ. ΜΑΡΤΗ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;3:81–84.

Περιγράφεται τεχνική με την οποία συρμάτινη εσωτερική ανάρτηση σταθεροποιεί το οδοντογναθικό κολόβωμα κατά την εφαρμογή της πρόσθιας κάτω γναθικής οστεοτομίας, όταν αποφεύγεται η διαγναθική ακινητοποίηση. Η τεχνική πλεονεκτεί της κλειστής οστεοσύνθεσης κατά την οποία παραμένει το υλικό οστεοσύνθεσης, διότι το σύρμα ανάρτησης στην περίπτωση της δικής μας τεχνικής αφαιρείται μετά τη λήξη της ακινητοποίησης.

21. Εδαφοκογχικό κάταγμα (Blow–out).

Ν. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1988;3:97–100.

Το εδαφοκογχικό κάταγμα μπορεί να αποτελεί ιδιαίτερη οντότητα σαν μεμονωμένο αμιγές κάταγμα του εδάφους του οφθαλμικού κόγχου, γνωστό σαν blow out κάταγμα ή να είναι συνέπεια και επέκταση στο έδαφος του κόγχου άλλων καταγμάτων του σπλαχνικού κρανίου και ιδίως των τύπου Le Fort II,III καταγμάτων, όπως και αυτών του ζυγωματικού συμπλέγματος.

Στην εργασία αυτή παρουσιάζονται οι κρατούσες απόψεις ως προς της γένεση, την διάγνωση και την θεραπεία του blow out κατάγματος, καθώς και ορισμένες θέσεις μας σχετικά με την αντιμετώπισή του.

22. Εξωσκελετική – Εξωσωματική έλξη για την αντιμετώπιση καταγμάτων του μέσου τριτημορίου του σπλαχνικού κρανίου.

Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ.

Σύγχρονος Οδοντίατρος 1987;7(6):363–368.

Από τα αρχεία της Γναθοχειρουργικής Κλινικής παρουσιάστηκαν 10 περιπτώσεις καταγμάτων τύπου Le Fort που αντιμετωπίσθηκαν στο Νοσοκομείο Ατυχημάτων κατά την δεκαετία 1/8/1970 μέχρι 31/7/1980 με εξωσκελετική έλξη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχαν νοσηλευθεί 1791 καταγματίες ασθενείς από τους oποίους οι 75 είχαν κατάγματα του μέσου τριτημορίου.

Αναφέρθηκε ο τρόπος χρησιμοποιήσεως αυτής της τεχνικής και μελετήθηκαν οι ενδείξεις της. Η μέθοδος βοηθάει τον ασθενή να αποφύγει μια βαρύτερη επέμβαση διορθωτικής οστεοτομίας, όταν κάθε προσπάθεια απελευθέρωσης με άλλους τρόπους της ενσφηνωμένης άνω γνάθου, λόγω των πολλών ημερών που μεσολάβησαν απο τον τραυματισμό του, έχει αποτύχει.

23. Βασικά στοιχεία αξιολόγησης στη ριζική χειρουργική του καρκίνου της άνω γνάθου.

ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ, Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Α. ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΣ, Κ. ΜΑΡΤΗ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1987;2:45–54.

Η κλινική εικόνα και η αδρή παθολογοανατομική εμφάνιση των κακοήθων νεοπλασμάτων που εντοπίζονται στα ούλα και στο βλεννογόνο της άνω ουλο(γναθο)παρειοχειλικής αύλακας, στο ιγμόρειο άντρο και στην υπερώα, καθώς και η ιστολογική τους υφή (με συνηθέστερα τα ακανθοκυτταρικού τύπου καρκινώματα και τα αδενοκαρκινώματα) σε συνδυασμό με την ακτινογραφική τους εικόνα, αποτελούν τα βασικά στοιχεία για το σχεδιασμό της χειρουργικής επέμβασης.

Στην εργασία αυτή γίνεται αναφορά στις διάφορες εγχειρητικές τεχνικές που εφαρμόζονται για τη ριζική αφαίρεση του καρκίνου της άνω γνάθου και τονίζεται η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης τόσο για την απλούστευση του θεραπευτικού σχήματος, όσο και για την καλλιτέρευση του λειτουργικού και αισθητικού αποτελέσματος, αλλά και κυρίως για την βελτίωση της βαρειάς πρόγνωσης του νοσήματος.

24. Το σύνδρομο Moebius. Παρουσίαση μιας περιπτώσεως και χειρουργική διόρθωση του κάτω υπογναθισμού της.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, Σ. ΓΑΒΡΙΗΛ, Γ. ΧΛΩΡΟΚΩΣΤΑΣ, Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1987;2:7–13. PMID: 3484282

Το σύνδρομο Moebius ανήκει στη κατηγορία των συνδρόμων της συνδυασμένης στοματογναθικής – σκελετικής υπογενέσεως. Αποτελεί σχετικά σπάνια κλινική οντότητα, δεδομένου ότι έχουν αναφερθεί διεθνώς, απ’ ότι γνωρίζουμε, 160 περιπτώσεις.

Δεν φαίνεται να εξαρτάται από οιουδήποτε τύπου κληρονομικότητα. Οφείλεται μάλλον σε άγνωστης αιτιολογίας πρωτογενή υποπλασία των πυρήνων διαφόρων εγκεφαλικών νεύρων με αποτέλεσμα τη δευτερογενή σύστοιχη μυική ατροφία. Η έκταση της υποπλασίας ποικίλλει απο ασθενή σε ασθενή, οπότε και το σύνδρομο παρουσιάζεται με άλλοτε άλλη κλινική σημειολογία.

Σχεδόν κάθε εγκεφαλική συζυγία μπορεί να προσβληθεί, αλλά συχνότερα επηρεάζονται η τρίτη, πέμπτη, έβδομη, έννατη και δωδέκατη. Η παράλυση της έκτης εγκεφαλικής συζυγίας, δηλ. των απαγωγών νεύρων, είναι το πιο κοινό οφθαλμικό εύρημα.

Στην εργασία αυτή μελετώνται με λεπτομέρεια τα κλινικά συμπτώματα του συνδρόμου σε σχέση με την κεντρική αιτία δημιουργίας τους και παρουσιάζεται μια παρόμοια δική μας περίπτωση, που πέρα από τα άλλα χαρακτηριστικά του συνδρόμου παρουσίαζε και κάτω υπογναθισμό, που αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με διορθωτική οστεοτομία στη Γναθοπροσωπική Κλινική του Νοσοκομείου Ατυχημάτων – ΚΑΤ.

25. Οστεοσάρκωμα χονδροβλαστικού τύπου στην κάτω γνάθο.

Ι. ΙΑΤΡΟΥ, Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Κ. ΜΑΝΤΑΛΕΝΑΚΗΣ, Α. MUSTAFA, Φ. ΣΟΤΣΙΟΥ, ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1987;2:147–150.

Με την ευκαιρία μιας ενδιαφέρουσας και σπάνιας περίπτωσης οστεοσαρκώματος της κάτω γνάθου σε ασθενή 35 ετών που προηγουμένως είχε υποστεί στην περιοχή του όγκου εξαγωγές και άσκοπη χειρουργική πράξη λόγω κακής διάγνωσης, παρουσιάζουμε τα κλινικά, ακτινογραφικά και ιστολογικά ευρήματα, καθώς και την θεραπευτική αντιμετώπιση του ασθενή.

Στην παρούσα εργασία γίνεται αναφορά στη δυσχέρεια της διαφορικής διάγνωσης λόγω της σπανιότητας και της ατυπίας παρόμοιων βλαβών, καθώς και σύντομη ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας.

26. Κατάγματα του οφθαλμικού κόγχου.

Ν. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Β. ΡΑΓΚΟΣ, Χ. ΜΑΡΤΗΣ.

Πρακτικά του 4ου Παγκρήτιου Ιατρικού Συνεδρίου, 12–15 Νοεμβρίου 1987.

Τα κατάγματα του οφθαλμικού κόγχου αποτελούν συνήθως συνέχεια εκτεταμένων καταγμάτων του μέσου και άνω τριημορίου του προσώπου και σπανίως αφορούν μόνο τον κόγχο όπως εκείνο του εδάφους, το εδαφοκογχικό ή blow out κάταγμα.

Τα κατάγματα αυτά είναι δυνατόν να προκαλέσουν διαφόρου τύπου βλάβες στον οφθαλμό μέχρι και απώλεια της οράσεως.

Τα κατάγματα που επηρεάζουν τον οφθαλμικό κόγχο είναι τα τύπου Le Fort II και ΙΙΙ και τα κατάγματα του ζυγωματικού συμπλέγματος. Ακόμη σε διάφορες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συμμμετέχουν κατάγματα οστών απ’αυτά που σχηματίζουν τον σκελετό του οφθαλμικού κόγχου και κυρίως το μετωπιαίο και το σφηνοειδές οστούν.

Μελετάται η μεθοδολογία της ορθής διάγνωσης παρόμοιων καταγμάτων, η κλινική σημειολογία και τέλος η θεραπευτική τους αντιμετώπιση.

27. Το Σύνδρομο της βελονοειδούς απόφυσης.

ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1986;1:37–42.

Το σύνδρομο της βελονοειδούς απόφυσης είναι η συμπτωματολογία που προκύπτει κυρίως από τη συμπτωματική επιμήκυνση της βελονοειδούς απόφυσης. Πρόκειται για ασυνήθη κλινική οντότητα που μπορεί να είναι η αιτία ασαφών πόνων στο πρόσωπο, γι’ αυτό και θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα διαφοροδιαγνωτικά υπόψη.

Ο Eagle (1949) απέδωσε αρχικά τα διάφορα συμπτώματα σαν αποτέλεσμα του ότι η επιμηκυσμένη βελονοειδής απόφυση μπορεί να πιέζει είτε τα νεύρα της περιοχής, είτε την καρωτίδα.

Αναφέρθηκαν από την προσιτή μας διεθνή βιβλιογραφία τα πιθανά αίτια δημιουργίας του συνδρόμου και η κλινική του εικόνα σε συνδυασμό με τα ανατομικά δεδομένα της περιοχής. Μετά έγινε κάποια σχετική ιστορική ανασκόπηση και αναφέρθηκαν ορισμένα στατιστικά δεδομένα, ως προς το αποδεχόμενο σαν φυσιολογικό μήκος της βελονοειδούς απόφυσης και την συχνότητα παρουσίασης των συμπτωμάτων του συνδρόμου.

Στην συνέχεια παρουσιάστηκε μια παρόμοια δική μας περίπτωση με αμφίπλευρα επιμηκυσμένες βελονοειδείς, οι οποίες στην ίδια εγχείρηση αφαιρέθηκαν. Τονίστηκε η σημασία της στοματοτραχειακής διασωλήνωσης στην εγχειρητική τεχνική παρόμοιων περιπτώσεων και ακόμη κάποιος κατά την γνώμη μας απλός τρόπος εκτομής της βελονοειδούς. Στην συνέχεια μελετήθηκε και δικαιολογήθηκε η πρόσκαιρη μετεγχειρητική ανάρροια που παρουσίασε η ασθενής μας.

Τέλος, στην εκτεταμένη συζήτηση που ακολουθεί παραθέτονται στοιχεία από την εμβρυολογία της περιοχής, ιδιαίτερης σημασίας για την κατανόηση της δυνατότητας επιμήκυνσης σε ώριμη ηλικία της βελονοειδούς απόφυσης, η σημασία της σωστής διάγνωσης και τα δεδομένα που μας οδηγούν σ’ αυτήν και ακόμα αναφέρθηκαν διαφοροδιαγνωστικά οι πιο συχνές νοσολογικές οντότητες που πρέπει να μας προβληματίσουν σε ασθενείς με πόνο στο πρόσωπο, όπως και οι κατά καιρούς προταθείσες θεραπευτικές λύσεις.

28. Αίτια και Διάγνωση των Γναθοπροσωπικών ανωμαλιών. Προεγχειρητική προετοιμασία του ασθενούς.

ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1986;1:1–8.

Στην εργασία αυτή ταξινομούνται τα αίτια των γναθοπροσωπικών ανωμαλιών και εξετάζεται ο τρόπος μελέτης και διάγνωσής τους.

Σημαντικό βοήθημα γι’ αυτό αποτελεί ο ακτινογραφικός έλεγχος που πρέπει να περιλαμβάνει ενδοστοματικές ακτινογραφίες, πανοραμική, όσο και κεφαλομετρική ακτινογραφία. Ακόμη αναγκαία είναι η μελέτη της οδοντικής σύγκλεισης με τη λήψη εκμαγείων μελέτης και τη λήψη φωτογραφιών για τη σύγκριση του μετεγχειρητικού αποτελέσματος.

Το κεφαλομετρικό ακτινογράφημα δεν είναι ωστόσο καθοριστικό για την πλήρη διάγνωση μιας ανωμαλίας και πολύ περισσότερο για την επιλογή της επέμβασης και της ειδικής τεχνικής που θα εφαρμοσθεί. Τον κύριο ρόλο έχει η κλινική εξέταση που αξιολογεί ορθά τα μορφολογικά δεδομένα του στομαγναθικού συνόλου (οστικός σκελετός, οδοντική σύγκλειση, περίγραμμα μαλθακών ιστών, τύπος του προσώπου).

Ακόμα γίνεται συζήτηση ως προς την καταλληλότερη μικρότερη ηλικία διορθώσεως των διαφόρων ορθογναθικών ανωμαλιών.

Η διάγνωση πρέπει ακόμη να αποκλείσει την παρουσία κάποιου όγκου στην περιοχή του κλαδοκονδυλικού συγκροτήματος που μετεγχειρητικά θα μπορούσε να συνεχίσει την ασύμμετρη αύξηση και να δώσει την εντύπωση της υποτροπής.

Τέλος αναφέρεται ο τρόπος της προεγχειρητικής προπαρασκευής των ασθενών αυτών.

29. Στόχοι της Ορθογναθικής Χειρουργικής.

Ε. ΚΑΡΑΜΠΟΥΤΑ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, ΧΡ. ΜΑΡΤΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1986;1:21–28.

Η χειρουργική των γναθοπροσωπικών ανωμαλιών, η ορθογναθική χειρουργική όπως γενικότερα λέγεται, απόκτησε νέες δυνατότητες στην τελευταία ιδίως εικοσαετία με την ανάπτυξη νέων τεχνικών, τη βελτίωση της εγχειρητικής, όπως και της μετεγχειρητικής πορείας των ασθενών, καθώς και την ορθολογική μετεγχειρητική τους αξιολόγηση. Οι επεμβάσεις που παλαιότερα εντοπίζονταν συνήθως στο σώμα της κάτω γνάθου (κάτω προγναθισμός), επεκτάθηκαν στον κλάδο και ακόμη με μεγάλη επιτυχία στην άνω γνάθο (επέμβαση τύπου Wassmund ή τύπου Le Fort I) ή και πέρα και απ’ αυτήν (επεμβάσεις τύπου Le Fort II ή III). Ετσι σήμερα η ορθογναθική χειρουργική κατέχει δικαιολογημένα ευρύ πεδίο δράσεως με συγκεκριμένες δυνατότητες και στόχους που στην εργασία αυτή λεπτομερειακά μελετώνται.

Ακόμη γίνεται αναφορά στην άμεση μετεγχειρητική αντιμετώπιση αυτών των ασθενών, η σημερινή απλοποίηση της οποίας οπωσδήποτε συνετέλεσε στην δυνατότητα εκτελέσεως πολυπλοκώτερων επεμβάσεων.

30. Η χρήση του Μείζονα Θωρακικού Μυοδερματικού Κρημνού στην αποκατάσταση ελλειμμάτων της Γναθοπροσωπικής χώρας.

Χ. ΜΑΡΤΗΣ, Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Ι. ΙΑΤΡΟΥ, Ν. ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ.

Ελλ. Περ. Στομ. Γναθοπροσωπ. Χειρ. 1986;1:83–89.

Οι μυοδερματικοί κρημνοί αποτελούν σοβαρό επίτευγμα της σύγχρονης εγχειρητικής. Η εφαρμογή τους στηρίζεται στην διατήρηση της ακεραιότητας του βασικού αγγείου, οπότε εξασφαλίζοντας την τροφοδοσία τους είναι δυνατή η μετακίνησή τους για κάλυψη μυοδερματικού χάσματος στην περιοχή του προσώπου, εξωστοματικά ή και ενδοστοματικά.

Οι μυοδερματικοί κρημνοί έχουν αντικαταστήσει σήμερα με μεγάλη επιτυχία τους περιστρεφόμενους δερματικούς κρημνούς ιδίως στην τραχηλοπροσωπική χώρα. Βασικά πλεονεκτήματα των κρημνών αυτών αποτελεί η ολοκλήρωση της επέμβασης σε ένα χρόνο και η αποφυγή παραμονής ανοικτού του τραύματος της δότριας θέσης.

Στην εργασία αυτή αναλύεται λεπτομερειακά η εγχειρητική σταδιοποίηση μιας παρόμοιας επέμβασης και παρουσιάζονται λεπτομερώς τα σημεία που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.

31. Καρκίνωμα σε πλειόμορφο αδένωμα. Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και αναφορά ενός περιστατικού.

Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ.

Οδοντοστοματική Πρόοδος 1985;39:335–338.

Είναι σχετικά σπάνια κατάσταση, σε αντίθεση με την καλοήθη της μορφή. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν ο όγκος ήταν από την αρχή κακοήθης ή αν προήλθε απο την εξαλλαγή κάποιας αρχικά καλοήθους βλάβης.

Εχει διατυπωθεί η άποψη ότι η σπανιότητα του όγκου μπορεί να οφείλεται σε μερικές περιπτώσεις σε λανθασμένη ιστολογική διάγνωση, βάσει της οποίας το τεμαχίδιο χαρακτηρίζεται σαν καρκίνωμα του σιελογόνου αδένα αντί για κακόηθες πλειόμορφο αδένωμα.

Πάντως η γρήγορη αύξηση, ο πόνος και η παράλυση του νεύρου (κυρίως όταν εντοπίζεται στη παρωτίδα) είναι τα κύρια κλινικά στοιχεία διαφορικής διάγνωσης μεταξύ του πλειόμορφου αδενώματος και του καρκινώματος σε πλειόμορφο αδένωμα.

32. Το σύνδρομο των Βασικοκυτταρικών Σπίλων.

Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, I. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, I. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ.

Σύγχρονος Οδοντίατρος 1983;6: 309–314.

Το σύνδρομο αυτό χαρακτηρίζεται από:

δερματικές αλλοιώσεις (κατά βάση βασικοκυτταρικά καρκινώματα, αλλά και δευτερευόντως δυσκερατώσεις στις παλάμες και τα πέλματα, ενασβεστιώσεις στις παλάμες, ινώματα, λιπώματα και δερμοειδείς κύστεις)

σκελετικές ανωμαλίες (κυρίως δισχιδείς πλευρές, συνοστέωση σπονδύλων και πλευρών, κυφοσκολίωση, φαρδύ ριζορρίνιο, ανωμαλία στο τουρκικό εφίππιο, προτεταμένα υπερόφρυα και τηλεκανθία), και κύστεις των γνάθων (κερατοκύστεις, κυρίως στην περιοχή προγομφίων και γομφίων).

Εγινε ανασκόπηση της σχετικής ελληνικής βιβλιογραφίας και παρουσιάστηκε μια δική μας αντιπροσωπευτική περίπτωση.

33. Θεραπευτική αντιμετώπιση των καταγμάτων της κάτω γνάθου, εκτός των κονδύλων. Ενδείξεις και αντενδείξεις των κυριότερων μεθόδων.

Ε. ΒΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ, Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, Σ. ΓΑΒΡΙΗΛ, Μ. ΜΕΖΙΤΗΣ, Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ε. ΚΟΝΣΟΛΑΚΗ, Κ.ΣΚΟΥΡΑ, Κ. ΚΑΟΥΚΗ, Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ, Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ.

Στην εργασία αυτή, που αποτελείται από 11 σελίδες, 16 φωτογραφίες, 16 πίνακες και 55 βιβλιογραφικές παραπομπές γίνεται αρχικά αναφορά στις διάφορες μεθόδους συντηρητικής και χειρουργικής αντιμετώπισης των καταγμάτων της κάτω γνάθου και μελετήθηκαν συγκριτικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της κάθε μιας, τόσο από την Ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, όσο και από την καθημερινή κλινική μας πείρα. Στην συνέχεια κατατάσσονται τα κατάγματα της κάτω γνάθου σε κατηγορίες και εξετάζεται ξεχωριστά η κάθε περίπτωση.

-Εμφυτευματα Δοντιων Κατεχακη-Εμφυτευματα Δοντιων Εθνική Αμυνα-Εμφυτευματα Δοντιων Πανορμου-Εμφυτευματα Δοντιων Χολαργος-Εμφυτευματα Δοντιων Νομισματοκοπειο-Εμφυτευματα Δοντιων Αγια Παρασκευη-Εμφυτευματα Δοντιων Αμπελοκηποι-Εμφυτευματα Δοντιων Ιλισια-Εμφυτευματα Δοντιων Ερυθρος-Εμφυτευματα Δοντιων Μαρουσι-Εμφυτευματα Δοντιων Κηφισια-Εμφυτευματα Δοντιων Γουδι-Εμφυτευματα Δοντιων Αλεξανδρας-Εμφυτευματα Δοντιων Κηφισια -Εμφυτευματα Δοντιων Χαλανδρι-Εμφυτευματα Δοντιων Ψυχικο-Εμφυτευματα Δοντιων Κυπρος-Εμφυτευματα Δοντιων Λευκωσια -Εμφυτευματα Δοντιων Λεμεσος-Εμφυτευματα Δοντιων Λαρνακα-Εμφυτευματα Δοντιων Φιλοθεη-Εμφυτευματα Δοντιων Πατησια-Εμφυτευματα Δοντιων Αθηνα-Εμφυτευματα Δοντιων Ροδος-Εμφυτευματα Δοντιων Γλυφαδα-Εμφυτευματα Δοντιων Κολωνακι Εμφυτευματα Δοντιων Αλιμος-Εμφυτευματα Δοντιων Ελληνικο-Εμφυτευματα Δοντιων Αργυρουπολη-Εμφυτευματα Δοντιων Βαρη- Εμφυτευματα Δοντιων Βουλα-Εμφυτευματα Δοντιων Βουλιαγμενη-Εμφυτευματα Δοντιων Ηλιουπολη Εμφυτευματα Δοντιων Βαρκιζα-Εμφυτευματα Δοντιων Γαλατσι-Γναθοπροσωπικος Χειρουργος Υγεια-Γναθοπροσωπικος Χειρουργος Νοσοκομειο Υγεια-Γναθοπροσωπικος Χειρουργος Ιατρικο Κεντρο-Γναθοπροσωπικος Χειρουργος Mediterraneo